ούδέτερος

ούδέτερος
3 ни тот, ни другой; ни один (никто) из двух

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "ούδέτερος" в других словарях:

  • οὐδέτερος — not either masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ουδέτερος — η, ο (ΑΜ οὐδέτερος, έρα, ον, Α και οὐθέτερος, έρα, ον) (αόρ. αντων.) 1. ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, κανένας από τους δύο (α. «οὐ γὰρ δι ἔχθρας οὐδετέρῳ γενήσομαι», Αριστοφ. β. «οὐδέ τις ἦν ἔριδυς χαλεπῆς λύσις... οὐδετέροις», Ησίοδ.) 2. το ουδ. ως… …   Dictionary of Greek

  • ουδέτερος — [уд это рос] εκ. нейтральный, (γραμ.) средний …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ουδέτερος — η, ο 1. ούτε αρσενικός ούτε θηλυκός. 2. ούτε με τον ένα ούτε με τον άλλο, αμέτοχος, αδιάφορος: Στον πόλεμο πολλά κράτη έμειναν ουδέτερα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οὐδετέρων — οὐδέτερος not either fem gen pl οὐδέτερος not either masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐδετέρως — οὐδέτερος not either adverbial οὐδέτερος not either masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐδέτερον — οὐδέτερος not either masc acc sg οὐδέτερος not either neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐδετέρη — οὐδέτερος not either fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐδετέρην — οὐδέτερος not either fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐδετέρης — οὐδέτερος not either fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐδετέροις — οὐδέτερος not either masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»